αἰόλλω

αἰόλλω, only [tense] pres.,
A to shift rapidly to and fro,

ὡς δ' ὅτε γαστέρ' ἀνὴρ . . αἰόλλῃ Od.20.27

.
II variegate, Nic.Th.155:—[voice] Pass., shift colour,

ὄμφακες αἰόλλονται Hes.Sc.399

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰόλλω — to shift rapidly to and fro pres subj act 1st sg αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιόλλω — αἰόλλω (Α) (σε χρήση μόνο στον ενεστώτα) [αἰόλος] 1. στρέφω, κινώ κάτι γρήγορα εδώ κι εκεί 2. (παθητικό με μέση σημασία) (για καρπούς) αλλάζω χρώμα, ωριμάζω «ὄμφακες αἰόλλονται» τα άγουρα σταφύλια αλλάζουν χρώμα, ωριμάζοντας …   Dictionary of Greek

  • αἰόλλῃ — αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres subj mp 2nd sg αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres ind mp 2nd sg αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλλει — αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres ind mp 2nd sg αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλλειν — αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλλεσθαι — αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλλονται — αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλλων — αἰόλλω to shift rapidly to and fro pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эол — (Αΐολος, лат. Aeolus): 1) сын Эллина и нимфы Орсеиды, дядя Девкалиона, брат Дора и Ксута, родоначальник эолийского племени, царствовавший в фессалийской Магнезии; 2) по Гомеровской Одиссее (см.), сын Гиппота, властитель острова Эолии (см.) и… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Эол — У этого термина существуют и другие значения, см. Эол (значения). Эол (др. греч …   Википедия

  • αιόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.